Η Θεραπεία Εστιασμένη στη Συμπόνια (CFT) βοηθά το άτομο να καλλιεργήσει αυτοσυμπόνια, να μειώσει την αυτοκριτική και να διαχειριστεί συναισθήματα ντροπής, ενοχής και ψυχικού πόνου, μέσα από μια βαθύτερη και πιο ανθρώπινη σύνδεση με τον εαυτό και τους άλλους.
Πρόκειται για μια ψυχοθεραπευτική μέθοδο που δημιουργήθηκε από τον Paul Gilbert (δεκαετία ‘90), στοχεύοντας στην ανάπτυξη της ικανότητας του ατόμου να αισθάνεται και να δρα συμπονετικά τόσο απέναντι στον εαυτό του όσο και στους άλλους.
Η ΘΕΣ φαίνεται πως βοηθά αποτελεσματικά τους ανθρώπους να διαχειριστούν καλύτερα την αυτοεπίκρισή τους και να κατευνάσουν τα έντονα συναισθήματα ντροπής κι ενοχής που βιώνουν. Εφαρμόζεται συνδυαστικά με την παραδοσιακή Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (ΓΣΘ) και τη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ΘΑΔ).
Ας ξεκινήσουμε απλά. Με τον ορισμό της Συμπόνιας. Συμπόνια είναι η ευαισθησία απέναντι στον πόνο, τον δικό μας και των άλλων, με τη δέσμευση να βοηθήσουμε στην ανακούφιση και την πρόληψή του.
Συχνά συγχέουμε τη συμπόνια με τη λύπηση και την παρερμηνεύουμε ως «αδυναμία». Αδυναμία, ευαλωτότητα, ευαισθησία. Όλα έχουν το ίδιο νόημα στο μυαλό μας. Όμως το να είμαι ευαίσθητος, δεν σημαίνει αδυναμία.
Ευαισθησία είναι η καλή αίσθηση, δηλαδή αντίληψη αυτού που συμβαίνει γύρω μου. Άλλο να επηρεάζομαι από τα πράγματα που λαμβάνουν χώρα γύρω μου, να με αγγίζουν και να μου δημιουργούνται συναισθήματα για όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από εμένα και άλλο να καταβάλλομαι από αυτά.
Το να είμαι σε επαφή με το συναίσθημά μου, με κάνει δυνατό κι όχι αδύναμο. Η αδυναμία με την οποία μπερδεύουμε την ευαισθησία αφορά τη μη αποτελεσματική διαχείριση της συμπεριφοράς μας κι όχι το συναίσθημα αυτό καθαυτό.
Η ευαισθησία που έχουμε μάς κινητοποιεί για δράση ή αντίδραση. Εμείς μπορούμε να διαλέξουμε το ποια θα είναι αυτή.
Η συμπόνια, ως συναίσθημα, ως αξία και στάση ζωής, έχει τριπλή ροή. Κατεύθυνση από εμένα προς τους άλλους, από εμένα προς τον εαυτό μου (αυτοσυμπόνια) και από τους άλλους προς εμένα.
Είναι σημαντικό όχι μόνο να δίνουμε συμπόνια στους άλλους, αλλά να μπορούμε να είμαστε ανοιχτοί να τη δεχτούμε και από τους άλλους και από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Η συμπόνια αφορά το σύστημα κινητοποίησής μας, μάς παρακινεί δηλαδή να αναλάβουμε δράση. Για να μπορέσουμε να την αποσαφηνίσουμε σαν έννοια και να την κατανοήσουμε εκτενέστερα, θα εστιάσουμε στις επιμέρους ιδιότητές της.
Η πρώτη ιδιότητα είναι η ευαισθησία. Ευαισθητοποιούμαι μπροστά στον πόνο, τον δικό μου και των άλλων. Χρειάζεται να έχω δύναμη για να είμαι ανοιχτός προς τον πόνο, να κάνω χώρο για αυτόν, αντί να τρέξω μακριά του για να τον αποφύγω.
Η δεύτερη ιδιότητα, είναι το συμπάσχειν. Δηλαδή να πάσχω με τον πόνο κάποιου άλλου ανθρώπου ή τον δικό μου. Μένω με την εμπειρία αυτή, αντί να μπω σε αυτόματες λέξεις κριτικής ή/και επίθεσης απέναντι σε αυτόν που υποφέρει ή/και στον εαυτό μου.
Η τρίτη, είναι η φροντίδα για την ευημερία. Στη θέα του πόνου κινητοποιούμαι με τρόπους που θα συμβάλλουν στην ανακούφισή του. Ψάχνω να βρω πώς δημιουργήθηκε ο πόνος αυτός; Τί τον προκάλεσε; Ποιες είναι οι επιπτώσεις του; Πώς θα τον ανακουφίσω; Τί θα μπορούσε να συμβεί εάν δεν κάνω κάτι για αυτόν;
Η τέταρτη ιδιότητα, είναι η ανοχή στη δυσφορία. Πρόκειται για την καλλιέργεια της ικανότητας να υπομένω τη δυσφορία που φέρνει ο πόνος και ταυτόχρονα η ενίσχυση της ικανότητας να τον καταπραΰνω για να νιώθω πιο ασφαλής εγώ ή όποιος πονά.
Η Πέμπτη ιδιότητα είναι η μη κριτική στάση (μη επίκριση). Εύκολα παρασυρόμαστε σε σκέψεις επικριτικές για τον εαυτό μας και τους άλλους. Αντί λοιπόν να κρίνουμε, να ψέγουμε τον εαυτό μας ή άλλους ανθρώπους, μαθαίνουμε να αντικαθιστούμε τις επικριτικές ταμπέλες με μια στάση συμπονετικής επίγνωσης. Δηλαδή, προσπαθούμε να δούμε την κατάσταση μέσα από ένα πρίσμα κατανόησης κι όχι επίκρισης.
Δεν έχουν όλα τα «γιατί» το ίδιο νόημα. Κάποια γιατί κρύβουν το «δεν έπρεπε». Για παράδειγμα, «Γιατί το έκανες έτσι αυτό; Γιατί το ‘πες;» Και το νόημα είναι ότι δεν έπρεπε να το κάνεις έτσι και δεν έπρεπε να το πεις. Υπάρχουν και γιατί που κρύβουν απορία. Πώς και το σκέφτηκες αυτό; Τί σε έκανε να πράξεις έτσι; Αλλιώς είναι να σκεφτώ για τον εαυτό μου «Γιατί έκανα πάλι το ίδιο πράγμα; Πόσο βλάκας είμαι! Άχρηστος!» Και πολύ διαφορετικό να σκεφτώ «Τί συνέβη; Τί με επηρέασε; Τί με οδήγησε σε αυτήν την πράξη; Τί περνούσε από το μυαλό μου; Πώς ένιωσα και πώς το διαχειρίστηκα έπειτα;»
Όταν κρίνω δεν αφήνω περιθώρια κατανόησης. Βλέπω μόνο τα λάθη και μέσα από το πρίσμα αυτό απομακρύνομαι από τον εαυτό μου ή τον άλλο.
Αν η επίκριση κι όχι η εποικοδομητική κριτική λειτουργούσε αποτελεσματικά ως μέσο διαπαιδαγώγησης κι εξέλιξης, θα ήμασταν τέλεια. Ως κοινωνία βρίθουμε από ανθρώπους που λειτουργούν ανθρωποφαγικά. Αρνητικός σχολιασμός, αγένεια κι ανελέητη κριτική προς όλες τις κατευθύνσεις. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν τα δικά τους συναισθήματα, ιδίως εκείνο το θυμού και της στενοχώριας, του «πόνου» τους και τα ξεσπάνε στους άλλους, φταίνε δεν φταίνε.
Η ενσυναίσθηση, η έκτη ιδιότητα της συμπόνιας, μάς βοηθά να μπαίνουμε στη θέση του άλλου. Πώς νιώθει; Πώς σκέφτεται; Πώς αξιολογεί την κατάσταση που βιώνει; Πώς μπορώ να δω τον κόσμο με τα μάτια του χωρίς να χάσω τον εαυτό μου και την αντικειμενικότητα που έχω ως παρατηρητής;
Η ζωή μας είναι γεμάτη πόνο, δυσκολίες, αγωνίες, άγχη, στενοχώριες, απώλειες, απογοητεύσεις, μοναξιά, ασθένειες, (από)χωρισμούς, θανάτους, κινδύνους… Πολλά πράγματα δεν τα ελέγχουμε εμείς. Και δεν τα επιλέγουμε εμείς. Δεν διαλέξαμε να γεννηθούμε. Δεν διαλέξαμε τους γονείς μας ή τα αδέρφια μας. Δεν διαλέξαμε τη χώρα μας, το περιβάλλον στο οποίο ανατραφήκαμε ή τις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες (…)
Όμως, όσο μεγαλώνουμε τόσο περισσότερο έλεγχο αποκτάμε. Και διαλέγουμε. Όχι τις σκέψεις μας. Αλλά τη σημασία που θα δώσουμε στις σκέψεις μας. Τις ερμηνείες στις οποίες προβαίνουμε. Τις αντιδράσεις μας και τις συνειδητά επιλεγμένες δράσεις μας. Τα λόγια που θα πούμε. Τις κινήσεις που θα κάνουμε. Τη στάση μας. Πώς θέλουμε να συνδεόμαστε με τον εαυτό μας και τους άλλους; Πώς θέλουμε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες της ζωής; Πώς θα πορευτούμε;
Η συμπόνια είναι στενά συνδεδεμένη με την επιβίωσή μας και την εξέλιξή μας. Πώς αλλιώς θα συνεργαστούμε, θα συνάψουμε ουσιαστικές σχέσεις, θα φροντίσουμε ο ένας τον άλλο και θα συμπορευτούμε σε κλίμα ευημερίας;
Έχει πολύ ενδιαφέρον να σταθούμε στα λόγια του Δαρβίνου στη θεωρία της εξέλιξης: “Those communities which included the greatest number of the most sympathetic members would flourish best and rear the greatest number of offspring”. Δηλαδή, «Οι κοινότητες που περιελάμβαναν τα πιο συμπονετικά μέλη θα άκμαζαν καλύτερα και θα ανέτρεφαν τον πιο μεγάλο αριθμό απογόνων».
Η ευαισθησία δεν είναι ούτε αδυναμία ούτε πρόβλημα. Συχνά οι άνθρωποι που περιγράφουν τον εαυτό τους ως ευαίσθητο ή τους χαρακτηρίζουν έτσι οι άλλοι, προσδίδουν μια αρνητική χροιά. Σαν να μιλάνε για κάποιο ελάττωμα του χαρακτήρα τους. Σαφώς η ευαισθησία με φέρνει σε επαφή και με πιο δυσάρεστα συναισθήματα, όπως η λύπη, η στενοχώρια, η ανησυχία, ο πόνος, ο φόβος…
Όμως, τί άλλο πέρα από την ευαισθησία μπορεί να με κινητοποιήσει θετικά; Για να προσπαθήσω να αλλάξω κάτι, να βελτιώσω, να θεραπεύσω, να προστατέψω, να εξελίξω; Τί με προ(σ)καλεί να βγω από τον εαυτό μου και να νοιαστώ μια στάλα και για τους άλλους γύρω μου; Μήπως ο εγωισμός; Ή αδιαφορία;
Κοιτάξτε γύρω μας. Κοιτάξτε την κοινωνία μας. Όλοι κάνουμε λόγο για τα «χάλια μας». Παντού αγένεια, ασέβεια, απανθρωπιά, επιθετικότητα, εκμετάλλευση, εγωισμός…
Πιστεύετε ότι το πρόβλημα πίσω από το πώς φερόμαστε ο ένας στον άλλο είναι η ευαισθησία; Είμαστε εγωκεντρικοί κι αδιάφοροι επειδή είμαστε ευαίσθητοι; Αν ήμασταν περισσότερο αναίσθητοι όλοι απέναντι στα προβλήματα των άλλων, θα ήταν καλύτερη η κοινωνία μας πιστεύετε;
Οι ευαίσθητες ψυχές, αυτές που τις αγγίζει και τις διαπερνά ο ανθρώπινος πόνος, που τις συγκινούν οι δυσκολίες της ζωής είναι εκείνες που έχουν τη δύναμη να αλλάξουν αυτόν τον κόσμο, να συντρέξουν και να γαληνέψουν όσους πονούν και υποφέρουν.
Όταν φερόμαστε εγωιστικά και αναίσθητα, δεν μπορούμε να έχουμε κοινό σκοπό κι εξέλιξη οι άνθρωποι. Ο καθένας θα κοιτάζει το ίδιον όφελος. Έτσι παρακμάζουν οι σχέσεις των ανθρώπων και ολόκληρη η κοινωνία αθροιστικά.
